Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

mud hut


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο mud παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: hut
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mud n(dirt and water)λάσπη ουσ θηλ
 Tom's shoe got stuck in the mud.
 Το παπούτσι του Τομ κόλλησε στη λάσπη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mud nfigurative (defamation) (μεταφορικά)λάσπη ουσ θηλ
 The politicians were just slinging mud at each other during the campaign.
mud [sth] vtr(put mud on)βάζω λάσπη σε κτ, καλύπτω κτ με λάσπη περίφρ
  κολλάω κτ με λάσπη περίφρ
 The villager mudded the straw hut to seal it.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
drag [sb] through the mud v exprinformal, figurative (dirty [sb]'s reputation)διασύρω ρ μ
  σπιλώνω τη φήμη κπ έκφρ
 The biased reporter dragged the senator's name through the mud.
footscraper (US),
foot scraper,
mud-scraper (UK)
n
(tool that removes mud from shoes)ξύστρα παπουτσιών φρ ως ουσ θηλ
mud bath n(skin treatment: soaking in mud)λασποθεραπεία ουσ θηλ
 A mud bath is good for the skin and the spirit.
mud flap,
mudflap
n
(anti-dirt guard on a vehicle) (προστασία από λάσπη)λασπωτήρας ουσ αρσ
 We installed mudflaps on the truck to help keep the trailer clean.
mud pie nUS (Mississippi mud pie: chocolate dessert)σοκολατένιο επιδόρπιο επίθ + ουσ ουδ
 My daughter likes eating mud pie.
mud pie ninformal, literal (mud that is played with by a child) (καθομιλουμένη)κουλουράκια από λάσπη έκφρ
 Nina decorated her mud pie with lilac flowers and rose petals.
mud puddle n(small pool of dirty water)λακούβα με λασπόνερα ουσ θηλ
 I ruined a pair of very expensive shoes when I stepped in a mud puddle.
mud wrestling n(sport: physical combat in mud)πάλη στη λάσπη περίφρ
  λασπομαχία ουσ θηλ
mud colored,
mud-colored (US),
mud coloured,
mud-coloured (UK)
adj
(brown)καφέ επίθ άκλ
  καφετής επίθ
 (κατά λέξη)στο χρώμα της λάσπης περίφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
mudflat,
mud flat
n
often plural (muddy wetland)λασπότοπος ουσ αρσ
mudroom,
mud room
n
US, Can (lobby, small room)δωματιάκι ουσ ουδ
  μικρό δωμάτιο επίθ + ουσ ουδ
 (είσοδος σπιτιού)χωλ ουσ ουδ άκλ
 Be sure to leave your shoes in the mudroom.
mudslinging,
mud-slinging
n
figurative, informal (attacking [sb]'s reputation)λασπολογία ουσ θηλ
stick-in-the-mud nfigurative, pejorative, informal (person: unadventurous)συντηρητικός, οπισθοδρομικός επίθ
  παλιομοδίτης, παλιομοδίτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)κολλημένος μτχ πρκ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mud hut' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mud hut στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mud hut».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!